Μαγνητικές τομογραφίες

Η Απεικόνιση Μαγνητικού Συντονισμού (ΑΜΣ), γνωστή ως μαγνητική τομογραφία (Magnetic Resonance Imaging, MRI) έχει εξελιχθεί σε μια από τις πιο ευέλικτες απεικονιστικές - διαγνωστικές μεθόδους στην εξέταση της δομής/μορφής και της λειτουργικότητας μιας ανατομικής περιοχής του ανθρώπινου σώματος. Βασίζεται στο φαινόμενο του πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού και το βασικό πλεονέκτημα που έχει έναντι άλλων απεικονιστικών διαγνωστικών μεθόδων, όπως για παράδειγμα η αξονική τομογραφία (CT), είναι ότι ο εξεταζόμενος δεν εκτίθεται σε ιοντίζουσα ακτινοβολία αλλά σε μαγνητικά και ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Η απεικονιστική διάκριση διαφορετικής σύστασης μαλακών μορίων του ανθρώπινου σώματος είναι εξαιρετική και επιπλέον έχει τη δυνατότητα απεικόνισης των περιοχών ενδιαφέροντος σε οποιοδήποτε επίπεδο στο χώρο (εγκάρσιο, στεφανιαίο, οβελιαίο).

Γενικά, η μαγνητική τομογραφία θεωρείται μια αξιόπιστη και ασφαλής επιλογή απεικόνισης. Οι κύριες κλινικές εφαρμογές της μεθόδου αυτής εστιάζονται στην εξέταση του κεντρικού νευρικού συστήματος, των αρθρώσεων, του μαστού, της καρδιάς και οποιουδήποτε άλλου οργανικού μέρους περιέχει μαλακά μόρια.

Υπάρχουν κλειστού και ανοιχτού τύπου μαγνητικοί τομογράφοι. Τα κλειστά συστήματα μαγνητικής τομογραφίας έχουν ισχυρότερης έντασης μαγνητικό πεδίο από τα ανοιχτού τύπου συστήματα. Συνήθως οι κλειστοί μαγνητικοί τομογράφοι έχουν ένταση πεδίου 1,5 T (Tesla), ιδανικό για τις περισσότερες ανάγκες απεικόνισης· υπάρχουν και τομογράφοι με πεδίο μέχρι και 3,0 T. Τα συστήματα ανοικτού τύπου MRI έχουν ασθενέστερο μαγνητικό πεδίο (0,2 – 0,7 Τ). Ως αποτέλεσμα, οι εξετάσεις διαρκούν περισσότερο, ενώ μπορεί να μην είναι εφικτή η διενέργεια εξειδικευμένων εξετάσεων. Ωστόσο, δεν δημιουργούν το αίσθημα περιορισμού και είναι κατάλληλοι για κλειστοφοβικούς εξεταζόμενους και υπέρβαρους που δεν μπορούν να εισαχθούν σε κλειστού τύπου συστήματα.

Από τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα προκύπτει ότι η βραχυχρόνια έκθεση σε ισχυρό μαγνητικό πεδίο δεν έχει επιβλαβή βιολογικά αποτελέσματα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από τη χρήση στατικών μαγνητικών πεδίων εντοπίζεται στην έλξη που ασκείται στα σιδηρομαγνητικά αντικείμενα, τα οποία αν βρεθούν στο θάλαμο του μαγνητικού τομογράφου κινούνται προς το σύστημα με μεγάλη ορμή με αποτέλεσμα να προκαλέσουν ακόμη και θανάσιμο τραυματισμό των παρευρισκόμενων. Ο κίνδυνος είναι προφανής για σιδηρομαγνητικά αντικείμενα και εμφυτεύματα που ενδεχομένως φέρουν οι εξεταζόμενοι και το προσωπικό.

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την αποφυγή δυσμενών περιστατικών είναι ο λεπτομερής έλεγχος (φυσικός ή με συνέντευξη/ερωτηματολόγιο) και μία σχετική έρευνα του ιστορικού όλων όσων εισέρχονται στο θάλαμο. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στους εξεταζόμενους που φέρουν βηματοδότη κυρίως ως προς τη συμβατότητα αυτού στα μαγνητικά πεδία. Πριν την εισαγωγή τους στο θάλαμο, οι εξεταζόμενοι πρέπει να αφαιρούν μεταλλικά αντικείμενα (κοσμήματα, ρολόγια κλπ), καθώς και πιστωτικές κάρτες, οι οποίες μπορεί να καταστραφούν από τα μαγνητικά πεδία.

Οι κίνδυνοι μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με τον προσεκτικό σχεδιασμό και τον έλεγχο των εγκαταστάσεων μαγνητικού τομογράφου, την εκπαίδευση όλου του προσωπικού - από τους ακτινολόγους μέχρι το προσωπικό καθαρισμού - καθώς και με τακτικές ενημερώσεις που θα πρέπει να μην παραλείπονται από τους υπευθύνους του τμήματος μαγνητικής τομογραφίας.

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd